ἔμφροντις

ἔμφροντις, ιδος, , ,
A anxious, Them.Or.18.219b, Sch.Od.13.421.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμφροντις — anxious fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμφροντις — ι (AM ἔμφροντις, ι) αυτός που κατέχεται από φροντίδες, ο ανήσυχος από τις φροντίδες, περίφροντις …   Dictionary of Greek

  • ἐμφρόντιδας — ἔμφροντις anxious fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφρόντιδος — ἔμφροντις anxious fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφροντιν — ἔμφροντις anxious fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμφρόντιστος — ἐμφρόντιστος, ον (AM) έμφροντις, περίφροντις, αυτός που έχει πολλές φροντίδες …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.